ανασυγκροτώ
•
- συγκροτώ εκ νέου, ανασυνθέτω, ανασυντάσσω δυνάμεις για να επιτεθώ Βικιλεξικό
- οι ομάδες των χούλιγκαν ανασυγκρότησαν τις δυνάμεις τους και επιτέθηκαν...
- προχωρώ σε μεγάλη αναδιάρθρωση Βικιλεξικό
- παράνομο το Προεδρικό Διάταγμα με το οποίο ανασυγκροτήθηκαν οι Σχολές του Πανεπιστημίου Αθηνών
- Τότε η Ανατολική Γερμανία, αλλά και όλος ο τέως Ανατολικός Συνασπισμός άρχισαν να ανασυγκροτούνται υπό όρους καπιταλιστικής αγοράς
- αναδιοργανώνομαι, γίνομαι δυναμικός Βικιλεξικό
- ανασυγκροτήθηκε η αριστερή πτέρυγα και πιέζει τους κεντρώους του κόμματος
- διεκδικεί τίτλο τώρα που ανασυγκροτήθηκε η ΠΑΕ...
- ανασυγκρότησε το επιτελείο του ο..
Ετυμολογία
ανασυγκροτώ < λόγια λέξη από την αρχαία ελληνική ἀνά και συγκροτέω-συγκροτῶ
Άλλοι τύποι
ανασυγκροτούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →