Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανασυγκροτώ

ρήμα
•
  1. συγκροτώ εκ νέου, ανασυνθέτω, ανασυντάσσω δυνάμεις για να επιτεθώ Βικιλεξικό
    • οι ομάδες των χούλιγκαν ανασυγκρότησαν τις δυνάμεις τους και επιτέθηκαν...
  2. προχωρώ σε μεγάλη αναδιάρθρωση Βικιλεξικό
    • παράνομο το Προεδρικό Διάταγμα με το οποίο ανασυγκροτήθηκαν οι Σχολές του Πανεπιστημίου Αθηνών
    • Τότε η Ανατολική Γερμανία, αλλά και όλος ο τέως Ανατολικός Συνασπισμός άρχισαν να ανασυγκροτούνται υπό όρους καπιταλιστικής αγοράς
  3. αναδιοργανώνομαι, γίνομαι δυναμικός Βικιλεξικό
    • ανασυγκροτήθηκε η αριστερή πτέρυγα και πιέζει τους κεντρώους του κόμματος
    • διεκδικεί τίτλο τώρα που ανασυγκροτήθηκε η ΠΑΕ...
    • ανασυγκρότησε το επιτελείο του ο..

Ετυμολογία

ανασυγκροτώ < λόγια λέξη από την αρχαία ελληνική ἀνά και συγκροτέω-συγκροτῶ

Άλλοι τύποι

ανασυγκροτούμαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →