ανασυλλαβισμός
•
- γλωσσολογίανέα συλλαβική διαίρεση η οποία γίνεται όταν συναντιούνται μορφήματα ή λέξεις και απολήγει στην υπαγωγή φθόγγου μιας συλλαβής στην γειτονική της Βικιλεξικό
- σβόλος < βόλος (από συνεκφορά με το οριστικό άρθρο τους βόλους)
- αβδέλλα < βδέλλα (από συμπροφορά με το αόριστο άρθρο μια βδέλλα)
Ετυμολογία
ανασυλλαβισμός < ανα- + συλλαβισμός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική resyllabification
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανασυλλαβισμός | ανασυλλαβισμοί |
| Γενική | ανασυλλαβισμού | ανασυλλαβισμών |
| Αιτιατική | ανασυλλαβισμό | ανασυλλαβισμούς |
| Κλητική | ανασυλλαβισμέ | ανασυλλαβισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →