Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανασυλλαβισμός

/a.na.si.la.viˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γλωσσολογίανέα συλλαβική διαίρεση η οποία γίνεται όταν συναντιούνται μορφήματα ή λέξεις και απολήγει στην υπαγωγή φθόγγου μιας συλλαβής στην γειτονική της Βικιλεξικό
    • σβόλος < βόλος (από συνεκφορά με το οριστικό άρθρο τους βόλους)
    • αβδέλλα < βδέλλα (από συμπροφορά με το αόριστο άρθρο μια βδέλλα)

Ετυμολογία

ανασυλλαβισμός < ανα- + συλλαβισμός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική resyllabification

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανασυλλαβισμόςανασυλλαβισμοί
Γενικήανασυλλαβισμούανασυλλαβισμών
Αιτιατικήανασυλλαβισμόανασυλλαβισμούς
Κλητικήανασυλλαβισμέανασυλλαβισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →