ανασυντάσσω
•
- αναδιοργανώνω κάτι που είχε αποδιοργανωθεί (τις δυνάμεις μου, τις δυνάμεις στρατού) Βικιλεξικό
- βελτιώνω κάτι συντακτικά και λεκτικά, το αναμορφώνω, το ξαναγράφω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανασυντάσσω < αρχαία ελληνική ἀνασυντάσσω
Άλλοι τύποι
ανασυντάσσομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →