ανασχηματισμός
•
- λόγιοη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανασχηματίζω Βικιλεξικό
- ειδικότεραη μεταβολή της σύνθεσης των ατόμων που απαρτίζουν μία κυβέρνηση Βικιλεξικό
- Ο ανασχηματισμός της κυβέρνησης ανακοινώθηκε εφνιδιαστικά από τον πρωθυπουργό.
Ετυμολογία
ανασχηματισμός μαρτυρείται από το 1892 στην καθαρεύουσα (ἀνασχηματισμός) < ἀνασχηματίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανασχηματισμός | ανασχηματισμοί |
| Γενική | ανασχηματισμού | ανασχηματισμών |
| Αιτιατική | ανασχηματισμό | ανασχηματισμούς |
| Κλητική | ανασχηματισμέ | ανασχηματισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →