ανασύνθεση
•
- αλλαγή στη σύνθεση των μελών μιας ομάδας, η νέα σύνθεση, πιθανώς με διατήρηση παλιών στοιχείων αλλά και με προσθήκη νέων Βικιλεξικό
- Η ανάγκη της πληθυσμιακής ανασύνθεσης μιας περιοχής της χώρας όπου παρατηρείται πλειοψηφία μη αμιγώς ελληνικών στοιχείων.
- ανασχηματισμός, αναδόμηση, αναδιοργάνωση Βικιλεξικό
- η ανασύνθεση της κυβέρνησης
- η ανασύνθεση της αριστεράς
- αναπαράσταση, πιστή απεικόνιση, τεχνητή αναβίωση του παρελθόντος ή στοιχείου του παρελθόντος ή και του παρόντος (π.χ. στη μαγνητική τομογραφία) Βικιλεξικό
- Ενδιαφέρουσα ταινία, με πολύ καλή ανασύνθεση της εποχής του '60.
- Η ανασύνθεση του εγκεφάλου των πρώτων συγγενών μας, οι οποίοι έζησαν στις πεδιάδες της Αφρικής πριν από χιλιάδες χρόνια.
- Οι αρχαιολογικές παρουσιάσεις και ανασυνθέσεις ως μέσον γνώσεως.
- Ο συγκεκριμένος αξονικός παρέχει τη δυνατότητα για τρισδιάστατες ανασυνθέσεις.
- ιστορικοσυγκριτικήη διαδικασία με την οποία οδηγούμαστε σε υποθετικούς, αμάρτυρους τύπους παλαιότατης φάσης μιας γλώσσας Βικιλεξικό
- φυσικήη εκ νέου σύνθεση ενός στοιχείου που έχει αναλυθεί και η επαναφορά της αρχικής του σύνθεσης Βικιλεξικό
- Κάθε σύνθετο φως μπορεί να υποστεί ανασύνθεση.
- Μια τέτοια ανασύνθεση λευκού φωτός μπορεί να γίνει επίσης και με τον δίσκο του Νεύτωνα.
- αναδημιουργία, αναπλήρωση, π.χ. για το γλυκογόνο που ανασυνθέτει ο ανθρώπινος οργανισμός από την γλυκόζη που συνθέτει από τους υδατάνθρακες που προσλαμβάνει Βικιλεξικό
- Η ανασύνθεση γλυκογόνου μετά από άσκηση...
Ετυμολογία
ανασύνθεση < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα ἀνασύνθεσις, απόδοση για τη γαλλική recomposition. Συγχρονικά αναλύεται σε ανα- + σύνθεση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανασύνθεση | ανασυνθέσεις |
| Γενική | ανασύνθεσης | ανασυνθέσεων |
| Αιτιατική | ανασύνθεση | ανασυνθέσεις |
| Κλητική | ανασύνθεση | ανασυνθέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →