Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανασύρω

ρήμα
•
  1. τραβάω προς τα επάνω κάτι που βρίσκεται χωμένο κάτω από κάτι άλλο ή μέσα στο νερό Βικιλεξικό
    • το ανέσυρα από το ντουλάπι της γιαγιάς
    • οι δύτες που καθάριζαν τον κόλπο της Αγίας Παρασκευής στη Σάμο ανέσυραν μόλις μέσα σε μια ώρα σκουπίδια που γέμισαν 17 σακούλες
    • ανέσυρα από τη μνήμη μου τη γλυκόπικρη ανάμνηση της μάνας μου να λέει η φουκαριάρα "προσέχετε τις μέλισσες" και εκεινη τη στιγμή να την τσιμπάει μια
    • περσινά ξινά σταφύλια, που το θυμήθηκαν τώρα...Δεν έχουν ειδήσεις φαίνεται να μπαζώσουν το δελτίο ειδήσεων και ανασύρουν από τα αρχεία ό,τι βρουν
    • ζωντανό ανασύρθηκε ένα βρέφος από τα ερείπια νοσοκομείου δύο μέρες μετά το σεισμό
    • καθώς οι ψαράδες ανέσυραν τα δίχτυα τους
  2. βγάζω κάτι συρτά Βικιλεξικό
    • ανέσυρε το σπαθί του
    • οι επιβάτες ανασύρθηκαν νεκροί από τα συντρίμμια του ΙΧ

Ετυμολογία

ανασύρω < καθαρεύουσα ἀνασύρω (ἀνά και σύρω < μεσαιωνική ελληνική ἀνασύρνω και ἀνασέρνω < αρχαία ελληνική ἀνασύρομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →