ανατέλλων
•
- μιλώντας για κάποιο ουράνιο σώμαπου ανατέλλει Βικιλεξικό
- μεταφορικάπου αρχίζει, που ξεκινάει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανατέλλων < → λείπει η ετυμολογία
Άλλοι τύποι
ανατέλλονανατέλλουσαανατέλλων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →