ανατέμνω
•
- λόγιοκόβω κάποιο σώμα ή κάνω τομές σ' αυτό για ιατρικούς σκοπούς Βικιλεξικό
- λόγιοαναλύω κάτι προσεκτικά και το εξετάζω λεπτομερώς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανατέμνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνατέμνω < ἀνά (ανα-) + τέμνω :* για τη μεταφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική disséquer
Άλλοι τύποι
ανέταμαανέτεμναανέτμησαανατάμειανατέμνομαιανατετμημένοςανατμήθηκαανατμήσει
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →