αναταράζομαι
•
- συνήθως στο γ΄ πρόσωπο, τραντάζομαι, αναδεύομαι για υλικά, ταράζομαι πολύ (για τη γη, τη θάλασσα) Βικιλεξικό
- Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα, η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε. Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ’ άστρο χαλινάρι,και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει. (δημοτικό, "Του νεκρού αδελφού")
- λογοτεχνικόσυγκλονίζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναταράζομαι < παθητική φωνή του ρήματος αναταράζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναταράζομαι | αναταράζεσαι | αναταράζεται | αναταραζόμαστε | αναταράζεστε | αναταράζονται |
| Παρατατικός | αναταραζόμουν / αναταραζόμουνα | αναταραζόσουν / αναταραζόσουνα | αναταραζόταν / αναταραζότανε | αναταραζόμασταν / αναταραζόμαστε | αναταραζόσασταν / αναταραζόσαστε | αναταράζονταν / αναταραζόντουσαν |
| Αόριστος | αναταράχτηκα | αναταράχτηκες | αναταράχτηκε | αναταραχτήκαμε | αναταραχτήκατε | αναταράχτηκαν / αναταραχτήκαν / αναταραχτήκανε |
| Μέλλοντας | θα αναταράζομαι / θα αναταραχτώ | θα αναταράζεσαι / θα αναταραχτείς | θα αναταράζεται / θα αναταραχτεί | θα αναταραζόμαστε / θα αναταραχτούμε | θα αναταράζεστε / θα αναταραχτείτε | θα αναταράζονται / θα αναταραχτούν / θα αναταραχτούνε |
| Παρακείμενος | έχω αναταραχτεί | έχεις αναταραχτεί | έχει αναταραχτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναταραχτεί | είχες αναταραχτεί | είχε αναταραχτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναταραχτεί / να αναταράζομαι / να αναταραχτώ | να έχεις αναταραχτεί / να αναταράζεσαι / να αναταραχτείς | να έχει αναταραχτεί / να αναταράζεται / να αναταραχτεί | να αναταραζόμαστε / να αναταραχτούμε | να αναταράζεστε / να αναταραχτείτε | να αναταράζονται / να αναταραχτούν / να αναταραχτούνε |
| Προστακτική | — | αναταράζου / αναταράξου | — | — | αναταράζεστε / αναταραχτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →