Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναταράζομαι

ρήμα
•
  1. συνήθως στο γ΄ πρόσωπο, τραντάζομαι, αναδεύομαι για υλικά, ταράζομαι πολύ (για τη γη, τη θάλασσα) Βικιλεξικό
    • Από το μυριανάθεμα και τη βαριά κατάρα, η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντής εβγήκε. Κάνει το σύγνεφο άλογο και τ’ άστρο χαλινάρι,και το φεγγάρι συντροφιά και πάει να της τη φέρει. (δημοτικό, "Του νεκρού αδελφού")
  2. λογοτεχνικόσυγκλονίζομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναταράζομαι < παθητική φωνή του ρήματος αναταράζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναταράζομαιαναταράζεσαιαναταράζεταιαναταραζόμαστεαναταράζεστεαναταράζονται
Παρατατικόςαναταραζόμουν / αναταραζόμουνααναταραζόσουν / αναταραζόσουνααναταραζόταν / αναταραζότανεαναταραζόμασταν / αναταραζόμαστεαναταραζόσασταν / αναταραζόσαστεαναταράζονταν / αναταραζόντουσαν
Αόριστοςαναταράχτηκααναταράχτηκεςαναταράχτηκεαναταραχτήκαμεαναταραχτήκατεαναταράχτηκαν / αναταραχτήκαν / αναταραχτήκανε
Μέλλονταςθα αναταράζομαι / θα αναταραχτώθα αναταράζεσαι / θα αναταραχτείςθα αναταράζεται / θα αναταραχτείθα αναταραζόμαστε / θα αναταραχτούμεθα αναταράζεστε / θα αναταραχτείτεθα αναταράζονται / θα αναταραχτούν / θα αναταραχτούνε
Παρακείμενοςέχω αναταραχτείέχεις αναταραχτείέχει αναταραχτεί———
Υπερσυντέλικοςείχα αναταραχτείείχες αναταραχτείείχε αναταραχτεί———
Υποτακτικήνα έχω αναταραχτεί / να αναταράζομαι / να αναταραχτώνα έχεις αναταραχτεί / να αναταράζεσαι / να αναταραχτείςνα έχει αναταραχτεί / να αναταράζεται / να αναταραχτείνα αναταραζόμαστε / να αναταραχτούμενα αναταράζεστε / να αναταραχτείτενα αναταράζονται / να αναταραχτούν / να αναταραχτούνε
Προστακτική—αναταράζου / αναταράξου——αναταράζεστε / αναταραχτείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →