αναταράζω
•
- προκαλώ αναταραχή, ταράζω κάποιον πολύ Βικιλεξικό
- ανακινώ ένα θέμα που κάποιοι θέλουν να θεωρείται λήξαν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναταράζω < αρχαία ελληνική ἀναταράσσω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναταράζω | αναταράζεις | αναταράζει | αναταράζουμε | αναταράζετε | αναταράζουν / αναταράζουνε |
| Παρατατικός | ανατάραζα | ανατάραζες | ανατάραζε | αναταράζαμε | αναταράζατε | ανατάραζαν / αναταράζαν / αναταράζανε |
| Αόριστος | ανατάραξα | ανατάραξες | ανατάραξε | αναταράξαμε | αναταράξατε | ανατάραξαν / αναταράξαν / αναταράξανε |
| Μέλλοντας | θα αναταράζω / θα αναταράξω | θα αναταράζεις / θα αναταράξεις | θα αναταράζει / θα αναταράξει | θα αναταράζουμε / θα αναταράξουμε | θα αναταράζετε / θα αναταράξετε | θα αναταράζουν / θα αναταράζουνε / θα αναταράξουν / θα αναταράξουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναταράξει | έχεις αναταράξει | έχει αναταράξει | έχουμε αναταράξει | έχετε αναταράξει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναταράξει | είχες αναταράξει | είχε αναταράξει | είχαμε αναταράξει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναταράξει / να αναταράζω / να αναταράξω | να έχεις αναταράξει / να αναταράζεις / να αναταράξεις | να έχει αναταράξει / να αναταράζει / να αναταράξει | να έχουμε αναταράξει / να αναταράζουμε / να αναταράξουμε | να έχετε αναταράξει / να αναταράζετε / να αναταράξετε | να αναταράζουν / να αναταράζουνε / να αναταράξουν / να αναταράξουνε |
| Προστακτική | — | ανατάραζε / ανατάραξε | — | — | αναταράζετε / αναταράξτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →