ανατολίζουσα περίοδος
•
- αρχαιολογίαφάση της αρχαϊκής ελληνικής τέχνης (8ος–7ος αι. π.Χ.) που χαρακτηρίζεται από έντονη αφομοίωση διακοσμητικών και θεματικών στοιχείων από τον κόσμο της Εγγύς Ανατολής και της Αιγύπτου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανατολίζουσα περίοδος < → δείτε τις λέξεις ανατολίζων και περίοδος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →