ανατολικός
•
- που έχει σχέση με την ανατολή, αναφέρεται σ’ αυτή, βρίσκεται σ’ αυτή, είναι στραμμένος προς αυτή, κατευθύνεται σ’ αυτή ή προέρχεται απ’ αυτή Βικιλεξικό
- που έχει σχέση με την Ανατολή, αναφέρεται σ’ αυτή, βρίσκεται σ’ αυτή ή είναι επηρεασμένος από τις ιδέες, απόψεις, θρησκευτικές δοξασίες κ.λπ. που υπάρχουν σ’ αυτή Βικιλεξικό
- για άνεμοπου πνέει από την ανατολή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανατολικός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική ἀνατολή < ἀνατέλλω < ἀνά + τέλλω (2. σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική oriental)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανατολικός | ανατολική | ανατολικό |
| Γενική | ανατολικού | ανατολικής | ανατολικού |
| Αιτιατική | ανατολικό | ανατολική | ανατολικό |
| Κλητική | ανατολικέ | ανατολική | ανατολικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ανατολικοί | ανατολικές | ανατολικά |
| Γενική | ανατολικών | ανατολικών | ανατολικών |
| Αιτιατική | ανατολικούς | ανατολικές | ανατολικά |
| Κλητική | ανατολικοί | ανατολικές | ανατολικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →