ανατομείο
•
- το νεκροτομείο, αίθουσα στην οποία φυλάσσονται προσωρινά οι σοροί εκείνων που πέθαναν κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες και που πρέπει να τους γίνει νεκροψία και νεκροτομή προκειμένου να εξακριβωθούν τα αίτια θανάτου Βικιλεξικό
- χώρος στον οποίο διδάσκονται ανατομία οι φοιτητές της ιατρικής (συνήθως το νεκροτομείο) Βικιλεξικό
- Αν και συνηθισμένος, τρία χρόνια τώρα, ν' αντικρίζει πτώματα, λόγω των σπουδών του, στο ανατομείο, δεν είχε αποκτήσει ακόμα, εν τούτοις, την απαιτούμενη εκείνη ψυχραιμία, που χρειάζεται σ' όλες αυτές τις εργασίες. (Ναπολέων Λαπαθιώτης Το κρανίο [διήγημα])
Ετυμολογία
ανατομείο < ΄ανατέμνω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανατομείο | ανατομεία |
| Γενική | ανατομείου | ανατομείων |
| Αιτιατική | ανατομείο | ανατομεία |
| Κλητική | ανατομείο | ανατομεία |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →