ανατρέπομαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος ανατρέπω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανατρέπομαι | ανατρέπεσαι | ανατρέπεται | ανατρεπόμαστε | ανατρέπεστε | ανατρέπονται |
| Παρατατικός | ανατρεπόμουν / ανατρεπόμουνα | ανατρεπόσουν / ανατρεπόσουνα | ανατρεπόταν / ανατρεπότανε | ανατρεπόμασταν / ανατρεπόμαστε | ανατρεπόσασταν / ανατρεπόσαστε | ανατρέπονταν / ανατρεπόντουσαν |
| Αόριστος | ανατρέστηκα | ανατρέστηκες | ανατρέστηκε | ανατρεστήκαμε | ανατρεστήκατε | ανατρέστηκαν / ανατρεστήκαν / ανατρεστήκανε |
| Μέλλοντας | θα ανατρέπομαι / θα ανατρεστώ | θα ανατρέπεσαι / θα ανατρεστείς | θα ανατρέπεται / θα ανατρεστεί | θα ανατρεπόμαστε / θα ανατρεστούμε | θα ανατρέπεστε / θα ανατρεστείτε | θα ανατρέπονται / θα ανατρεστούν / θα ανατρεστούνε |
| Παρακείμενος | έχω ανατρεστεί | έχεις ανατρεστεί | έχει ανατρεστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανατρεστεί | είχες ανατρεστεί | είχε ανατρεστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανατρεστεί / να ανατρέπομαι / να ανατρεστώ | να έχεις ανατρεστεί / να ανατρέπεσαι / να ανατρεστείς | να έχει ανατρεστεί / να ανατρέπεται / να ανατρεστεί | να ανατρεπόμαστε / να ανατρεστούμε | να ανατρέπεστε / να ανατρεστείτε | να ανατρέπονται / να ανατρεστούν / να ανατρεστούνε |
| Προστακτική | — | ανατρέπου / ανατρέσου | — | — | ανατρέπεστε / ανατρεστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →