ανατρέφω
•
- φροντίζω και παρέχω σε παιδί τα υλικά μέσα και ό,τι άλλο είναι απαραίτητο για την ανάπτυξή του Βικιλεξικό
- διαπαιδαγωγώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανατρέφω < ανα- + τρέφω• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Παρατατικός | ανατρεφόμουνα | ανατρεφόσουνα | ανατρεφότανε | — | ανατρεφόσαστε | ανατρεφόντουσαν |
| Αόριστος | ανατράφηκα | ανατράφηκες | ανατράφηκε | ανατραφήκαμε | ανατραφήκατε | ανατράφηκαν / ανατραφήκαν / ανατραφήκανε |
| Μέλλοντας | θα ανατραφώ | θα ανατραφείς | θα ανατραφεί | θα ανατραφούμε | θα ανατραφείτε | θα ανατραφούν / θα ανατραφούνε |
| Παρακείμενος | έχω ανατραφεί | έχεις ανατραφεί | έχει ανατραφεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανατραφεί | είχες ανατραφεί | είχε ανατραφεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανατραφεί / να ανατραφώ | να έχεις ανατραφεί / να ανατραφείς | να έχει ανατραφεί / να ανατραφεί | να ανατραφούμε | να ανατραφείτε | να ανατραφούν / να ανατραφούνε |
| Προστακτική | — | αναθρεψου / ανατρέφου | — | — | ανατραφείτε | — |
Μεσοπαθητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανατρέφομαι | ανατρέφεσαι | ανατρέφεται | ανατρεφόμαστε | ανατρέφεστε | ανατρέφονται |
| Παρατατικός | ανατρεφόμουν | ανατρεφόσουν | ανατρεφόταν | ανατρεφόμασταν / ανατρεφόμαστε | ανατρεφόσασταν | ανατρέφονταν |
| Μέλλοντας | θα ανατρέφομαι | θα ανατρέφεσαι | θα ανατρέφεται | θα ανατρεφόμαστε | θα ανατρέφεστε | θα ανατρέφονται |
| Υποτακτική | να ανατρέφομαι | να ανατρέφεσαι | να ανατρέφεται | να ανατρεφόμαστε | να ανατρέφεστε | να ανατρέφονται |
| Προστακτική | — | — | — | — | ανατρέφεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →