Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανατρεπτικότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του ανατρεπτικού Βικιλεξικό
    • Οι κλασικιστές όμως ζούσαν με μία εγγενή αντίφαση, ενώ πίστευαν στην τάξη και την αρμονία του ορθολογισμού, βίωναν την αναταραχή και την ανατρεπτικότητα μιας σειράς επαναστατικών αλλαγών στον διανοητικό και πολιτικό χάρτη της Ευρώπης (Βρασίδας Καραλής, Ἀναγνώσεις σολωμικῶν κειμένων: δοκίμια, εκδ. Ἰδεόγραμμα, 2002, σελ. 57)

Ετυμολογία

ανατρεπτικότητα (νεολογισμός) < ανατρεπτικ(ός) + -ότητα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανατρεπτικότηταανατρεπτικότητες
Γενικήανατρεπτικότηταςανατρεπτικοτήτων
Αιτιατικήανατρεπτικότηταανατρεπτικότητες
Κλητικήανατρεπτικότηταανατρεπτικότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →