ανατριχίλα
•
- η αίσθηση που βιώνουμε όταν ανατριχιάζουμε, όταν αισθανόμαστε να σηκώνεται η τρίχα μας από φόβο, φρίκη, κρύο ή ερωτική διέγερση Βικιλεξικό
- Η "Μεγάλη Ανατριχίλα" είναι έργο του 1983 αλλά παραμένει επίκαιρη
- η αίσθηση που έχουμε όταν ανεβάζουμε πυρετό, όταν νιώθουμε ένα ήπιο τρέμουλο, μπιμπικιάζουμε και νιώθουμε να ορθώνονται οι τρίχες μας, όπως όταν κρυώνουμε Βικιλεξικό
- Έχω ανατριχίλες. Λες να ανεβάζω πυρετό;
Ετυμολογία
ανατριχίλα < ανατριχιάζω + -ίλα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανατριχίλα | ανατριχίλες |
| Γενική | ανατριχίλας | — |
| Αιτιατική | ανατριχίλα | ανατριχίλες |
| Κλητική | ανατριχίλα | ανατριχίλες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →