ανατριχιάζω
•
- μου σηκώνονται οι τρίχες (από την ψύχρα ή από φρίκη ή επειδή ανεβάζω πυρετό) Βικιλεξικό
- Οταν λες τη λέξη εφορία ανατριχιάζω
- μου σηκώνονται οι τρίχες από ερωτική επιθυμία Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανατριχιάζω < (ελληνιστική κοινή) ἀνάτριχος (με όρθιες τις τρίχες)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →