ανατροπή
•
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανατρέπω, το αναποδογύρισμα αντικειμένου Βικιλεξικό
- Διερευνώνται τα αίτια της ανατροπής της λέμβου των μεταναστών
- η αφαίρεση της εξουσίας Βικιλεξικό
- Η ψηφοφορία μπορεί να οδηγήσει και στην ανατροπή της κυβέρνησης
- Ο Αλέκος Παναγούλης επεδίωξε την ανατροπή της χούντας
- απρόσμενη εξέλιξη Βικιλεξικό
- Στο 90ο λεπτό όμως είχαμε ανατροπή
Ετυμολογία
ανατροπή < αρχαία ελληνική ἀνατροπή και (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική renversement
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανατροπή | ανατροπές |
| Γενική | ανατροπής | ανατροπών |
| Αιτιατική | ανατροπή | ανατροπές |
| Κλητική | ανατροπή | ανατροπές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →