Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανατροπή

/a.na.tɾoˈpi/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του ανατρέπω, το αναποδογύρισμα αντικειμένου Βικιλεξικό
    • Διερευνώνται τα αίτια της ανατροπής της λέμβου των μεταναστών
  2. η αφαίρεση της εξουσίας Βικιλεξικό
    • Η ψηφοφορία μπορεί να οδηγήσει και στην ανατροπή της κυβέρνησης
    • Ο Αλέκος Παναγούλης επεδίωξε την ανατροπή της χούντας
  3. απρόσμενη εξέλιξη Βικιλεξικό
    • Στο 90ο λεπτό όμως είχαμε ανατροπή

Ετυμολογία

ανατροπή < αρχαία ελληνική ἀνατροπή και (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική renversement

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανατροπήανατροπές
Γενικήανατροπήςανατροπών
Αιτιατικήανατροπήανατροπές
Κλητικήανατροπήανατροπές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →