Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανατροφή

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διατροφή, η υλική και συναισθηματική φροντίδα, και κυρίως η διαπαιδαγώγηση που παρέχεται σε ένα παιδί από εκείνον που έχει την ευθύνη του Βικιλεξικό
    • Η εργασία ήτο η μόνη ανατροφή, ἥν είχε λάβει παρά του πατρός του, αύτη δε ήτο, φρονώ, η αρίστη, ἥν ηδύνατο λάβη, και αύτη τον έσωζεν. (Αλ. Παπαδιαμάντης, "Η Γυφτοπούλα")
    • Φαίνεται όμως πως οι δυο αδελφές, κατά παράδοξο τρόπο, διαφύλασσαν ακόμη και στην ξεδιάντροπη ατμόσφαιρα των καφέ σαντάν κάτι από την υποτιθέμενη ανατροφή που άρμοζε σε αποφοίτους του Ζαππείου Παρθεναγωγείου. (Δημήτρης Στεφανάκης, Μέρες Αλεξάνδρειας, εκδ. Πατάκης, 2024)
    • Κακότροπο παιδί! Χωρίς ανατροφή!) (δηλ. χωρίς καλή ανατροφή)
  2. σπάνιαη διατροφή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανατροφή < (ελληνιστική κοινή)ἀνατροφή

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανατροφήανατροφές
Γενικήανατροφήςανατροφών
Αιτιατικήανατροφήανατροφές
Κλητικήανατροφήανατροφές

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →