αναφέρομαι
•
- με αναφέρουν Βικιλεξικό
- κάνω μια αναφορά σε κάποιον ή κάτι Βικιλεξικό
- χτες αναφέρθηκες στην περίπτωση να πάμε σήμερα σινεμά αλλά σήμερα δεν έχεις κάνει ακόμα κουβέντα για έξοδο
- διοικητικός και στρατιωτικός όροςπαρουσιάζω, λέω αναλυτικά τα στοιχεία μου Βικιλεξικό
- την πρώτη μέρα που θα πας πρέπει να πας και να αναφερθείς στον Διοικητή
- πληροφορικήόταν μία οντότητα παραπέμπει (refer to) σε μία άλλη οντότητα (βλ. αναφορά) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναφέρομαι < παθητική φωνή του ρήματος αναφέρω
Άλλοι τύποι
αναφέρθηκααναφερθώαναφερόμουν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →