αναφαίνομαι
•
- προκύπτει, αποκαλύπτεται, έρχεται στην επιφάνεια, ξαναφαίνεται, επανεμφανίζεται Βικιλεξικό
- Για άλλη μια φορά αναφάνηκε αυτήν την εβδομάδα το πρόβλημα που υπάρχει με τους δύο οργανισμούς που ο ένας σκοντάφτει στις αρμοδιότητες του άλλου
- ...αναφάνηκε από το παράδειγμα της Α' Παθολογικής κλινικής ότι δεν επαρκούν οι γιατροί...
- ξεχωρίζω, φαίνομαι, αναδύομαι, εμφανίζομαι Βικιλεξικό
- Και αφού αναφάνηκε σ' εμάς η Κύπρος και την εγκαταλείψαμε στ' αριστερά, πλέαμε στη...
- ξαναφαίνομαι (για ανθρώπους) (παρωχημένο) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναφαίνομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναφαίνομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναφαίνομαι | αναφαίνεσαι | αναφαίνεται | αναφαινόμαστε | αναφαίνεστε | αναφαίνονται |
| Παρατατικός | αναφαινόμουν / αναφαινόμουνα | αναφαινόσουν / αναφαινόσουνα | αναφαινόταν / αναφαινότανε | αναφαινόμασταν / αναφαινόμαστε | αναφαινόσασταν / αναφαινόσαστε | αναφαίνονταν / αναφαινόντουσαν |
| Αόριστος | αναφάνηκα | αναφάνηκες | αναφάνηκε | αναφανήκαμε | αναφανήκατε | αναφάνηκαν / αναφανήκαν / αναφανήκανε |
| Μέλλοντας | θα αναφαίνομαι / θα αναφανώ | θα αναφαίνεσαι / θα αναφανείς | θα αναφαίνεται / θα αναφανεί | θα αναφαινόμαστε / θα αναφανούμε | θα αναφαίνεστε / θα αναφανείτε | θα αναφαίνονται / θα αναφανούν / θα αναφανούνε |
| Παρακείμενος | έχω αναφανεί | έχεις αναφανεί | έχει αναφανεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναφανεί | είχες αναφανεί | είχε αναφανεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναφανεί / να αναφαίνομαι / να αναφανώ | να έχεις αναφανεί / να αναφαίνεσαι / να αναφανείς | να έχει αναφανεί / να αναφαίνεται / να αναφανεί | να αναφαινόμαστε / να αναφανούμε | να αναφαίνεστε / να αναφανείτε | να αναφαίνονται / να αναφανούν / να αναφανούνε |
| Προστακτική | — | αναφάνου / αναφαίνου | — | — | αναφαίνεστε / αναφανείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →