Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναφαίνομαι

/a.naˈfe.no.me/ρήμα
•
  1. προκύπτει, αποκαλύπτεται, έρχεται στην επιφάνεια, ξαναφαίνεται, επανεμφανίζεται Βικιλεξικό
    • Για άλλη μια φορά αναφάνηκε αυτήν την εβδομάδα το πρόβλημα που υπάρχει με τους δύο οργανισμούς που ο ένας σκοντάφτει στις αρμοδιότητες του άλλου
    • ...αναφάνηκε από το παράδειγμα της Α' Παθολογικής κλινικής ότι δεν επαρκούν οι γιατροί...
  2. ξεχωρίζω, φαίνομαι, αναδύομαι, εμφανίζομαι Βικιλεξικό
    • Και αφού αναφάνηκε σ' εμάς η Κύπρος και την εγκαταλείψαμε στ' αριστερά, πλέαμε στη...
  3. ξαναφαίνομαι (για ανθρώπους) (παρωχημένο) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναφαίνομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀναφαίνομαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαναφαίνομαιαναφαίνεσαιαναφαίνεταιαναφαινόμαστεαναφαίνεστεαναφαίνονται
Παρατατικόςαναφαινόμουν / αναφαινόμουνααναφαινόσουν / αναφαινόσουνααναφαινόταν / αναφαινότανεαναφαινόμασταν / αναφαινόμαστεαναφαινόσασταν / αναφαινόσαστεαναφαίνονταν / αναφαινόντουσαν
Αόριστοςαναφάνηκααναφάνηκεςαναφάνηκεαναφανήκαμεαναφανήκατεαναφάνηκαν / αναφανήκαν / αναφανήκανε
Μέλλονταςθα αναφαίνομαι / θα αναφανώθα αναφαίνεσαι / θα αναφανείςθα αναφαίνεται / θα αναφανείθα αναφαινόμαστε / θα αναφανούμεθα αναφαίνεστε / θα αναφανείτεθα αναφαίνονται / θα αναφανούν / θα αναφανούνε
Παρακείμενοςέχω αναφανείέχεις αναφανείέχει αναφανεί———
Υπερσυντέλικοςείχα αναφανείείχες αναφανείείχε αναφανεί———
Υποτακτικήνα έχω αναφανεί / να αναφαίνομαι / να αναφανώνα έχεις αναφανεί / να αναφαίνεσαι / να αναφανείςνα έχει αναφανεί / να αναφαίνεται / να αναφανείνα αναφαινόμαστε / να αναφανούμενα αναφαίνεστε / να αναφανείτενα αναφαίνονται / να αναφανούν / να αναφανούνε
Προστακτική—αναφάνου / αναφαίνου——αναφαίνεστε / αναφανείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →