Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναφιλητό

/a.na.fi.liˈto/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το έντονο κλάμα, οι λυγμοί, όταν με το κλάμα τραντάζεται όλο το κορμί Βικιλεξικό
    • Ρίχτηκε καταγής στα χόρτα, έκρυψε το πρόσωπο του στα χέρια κι έκλαψε με αναφιλητά που τάραζαν όλο του το κορμί. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)
    • Μες στο κρύο μες στ’ αγιάζι, το κορίτσι μου βουλιάζει, το σκεπάζει τ’ αναφιλητό. (τραγούδι "Το Μεθυσμένο Κορίτσι", στίχοι Μάνου Χατζιδάκι)

Ετυμολογία

αναφιλητό < ίσως από την αρχαία ελληνική ἀναφλύω (κοχλάζω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναφιλητόαναφιλητά
Γενικήαναφιλητούαναφιλητών
Αιτιατικήαναφιλητόαναφιλητά
Κλητικήαναφιλητόαναφιλητά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →