αναφορικά
•
- με αναφορικο τρόπο, με σχέση αναφοράς (για προσδιορισμούς) Βικιλεξικό
- σχετικά με κάτι, προς κάτι Βικιλεξικό
- αναφορικά με τις αυξήσεις στα τέλη, δεν είπε κουβέντα
- αναφορικά προς την επιστολή παραίτησης, σχολίασε...
Ετυμολογία
αναφορικά < αναφορικ(ός) + -ά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →