Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναφορικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με κάτι Βικιλεξικό
  2. γραμμπου εισάγεται με αναφορική πρόθεση, που δηλώνει αναφορά, που αναφέρεται σε κάτι Βικιλεξικό
    • αναφορική πρόταση, αντωνυμία, αναφορικό επίρρημα, αναφορικός σύνδεσμος
  3. που αναφέρει απλά, πληροφορεί, περιγράφει Βικιλεξικό
    • αναφορική γλώσσα σε αντιδιαστολή προς την ποιητική, συναισθηματική, θυμική
    • 0 αναφορικός λόγος αναπαριστά πρόσωπα, πράγματα, συμβάντα, καταστάσεις (σε αντιδαστολή προς τον κατευθυντικό που έμμεσα καθοδηγεί)

Ετυμολογία

αναφορικός < (ελληνιστική κοινή) ἀναφορικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναφορικόςαναφορικήαναφορικό
Γενικήαναφορικούαναφορικήςαναφορικού
Αιτιατικήαναφορικόαναφορικήαναφορικό
Κλητικήαναφορικέαναφορικήαναφορικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναφορικοίαναφορικέςαναφορικά
Γενικήαναφορικώναναφορικώναναφορικών
Αιτιατικήαναφορικούςαναφορικέςαναφορικά
Κλητικήαναφορικοίαναφορικέςαναφορικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →