αναφυτεύω
•
- φυτεύω ξανά ένα φυτό, το μεταφυτεύω (παρωχημένο) ή πάντως με σπάνια χρήση Βικιλεξικό
- φυτεύω ξανά φυτά σε μια περιοχή που έχει χάσει τη βλάστησή της για διάφορους λόγους Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναφυτεύω < αρχαία ελληνική ἀναφυτεύω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →