αναφωνώ
•
- εκφράζομαι επιφωνηματικά ή με μια-δυο λέξεις σαν να απευθύνομαι σε μια ανώτερη δύναμη ή να μονολογώ Βικιλεξικό
- Παναγία μου! αναφώνησε αηδιασμένος και σοκαρισμένος μόλις είδε...
- βγάζω δυνατή φωνή, επιφώνημα, κραυγή Βικιλεξικό
- Ωχ! αναφώνησε με το πρώτο γκολ.
Ετυμολογία
αναφωνώ < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀναφωνῶ, συνηρημένος τύπος του ἀναφωνέω < ἀνά + φωνέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναφωνώ | αναφωνείς / αναφώνει | αναφωνεί | αναφωνούμε | αναφωνείτε | αναφωνούν |
| Παρατατικός | αναφωνούσα | αναφωνούσες | αναφωνούσε | αναφωνούσαμε | αναφωνούσατε | αναφωνούσαν |
| Αόριστος | αναφωνήσω / αναφώνησα | αναφωνήσεις / αναφώνησε / αναφώνησες | αναφωνήσει / αναφώνησε | αναφωνήσαμε / αναφωνήσουμε | αναφωνήσατε / αναφωνήσετε / αναφωνήστε | αναφωνήσουν / αναφώνησαν |
| Μέλλοντας | θα αναφωνήσω / θα αναφωνώ | θα αναφωνήσεις / θα αναφωνείς | θα αναφωνήσει / θα αναφωνεί | θα αναφωνήσουμε / θα αναφωνούμε | θα αναφωνήσετε / θα αναφωνείτε | θα αναφωνήσουν / θα αναφωνούν |
| Παρακείμενος | έχω αναφωνήσει | έχεις αναφωνήσει | έχει αναφωνήσει | έχουμε αναφωνήσει | έχετε αναφωνήσει | έχουν αναφωνήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναφωνήσει | είχες αναφωνήσει | είχε αναφωνήσει | είχαμε αναφωνήσει | είχατε αναφωνήσει | είχαν αναφωνήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →