Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναφώνηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λέξη ή φράση που λέγεται με δυνατή φωνή και μπορεί να εκφράζει έκπληξη, πόνο κλπ. Βικιλεξικό
  2. επιφώνηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναφώνηση < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναφώνησηαναφωνήσεις
Γενικήαναφώνησηςαναφωνήσεων
Αιτιατικήαναφώνησηαναφωνήσεις
Κλητικήαναφώνησηαναφωνήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →