Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναχάραξη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αναχαράζω Βικιλεξικό
  2. λόγιοη διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αναχαράζω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναχάραξη < ελληνιστική κοινή ἀναχάραξις < ἀναχαράσσω < αρχαία ελληνική ἀνά + χαράσσω < χάραξ

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαναχάραξηαναχαράξεις
Γενικήαναχάραξηςαναχαράξεων
Αιτιατικήαναχάραξηαναχαράξεις
Κλητικήαναχάραξηαναχαράξεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →