Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναχρονικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. λογοτεχνικόπου έχει σχέση με την αναχρονία ή αναφέρεται σʼ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναχρονικός < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική anachronic ή λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική anachronique < αρχαία ελληνική ἀ- + χρόνος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναχρονικόςαναχρονικήαναχρονικό
Γενικήαναχρονικούαναχρονικήςαναχρονικού
Αιτιατικήαναχρονικόαναχρονικήαναχρονικό
Κλητικήαναχρονικέαναχρονικήαναχρονικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναχρονικοίαναχρονικέςαναχρονικά
Γενικήαναχρονικώναναχρονικώναναχρονικών
Αιτιατικήαναχρονικούςαναχρονικέςαναχρονικά
Κλητικήαναχρονικοίαναχρονικέςαναχρονικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →