αναχωρητισμός
•
- η τάση για απομάκρυνση από την κοινωνική ζωή και δράση προς τον τρόπο ζωής του αναχωρητή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναχωρητισμός < από την ελληνογενή (λόγιο δάνειο) γαλλική anachorétisme < αρχαία ελληνική ἀναχώρησις + σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική départ
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναχωρητισμός | αναχωρητισμοί |
| Γενική | αναχωρητισμού | αναχωρητισμών |
| Αιτιατική | αναχωρητισμό | αναχωρητισμούς |
| Κλητική | αναχωρητισμέ | αναχωρητισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →