αναψηλαφώ
•
- επανεξετάζω μια υπόθεση που είχε μπει στο αρχείο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναψηλαφώ < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναψηλαφώ | αναψηλάφει / αναψηλαφείς | αναψηλαφεί | αναψηλαφούμε | αναψηλαφείτε | αναψηλαφούν |
| Παρατατικός | αναψηλαφούσα | αναψηλαφούσες | αναψηλαφούσε | αναψηλαφούσαμε | αναψηλαφούσατε | αναψηλαφούσαν |
| Αόριστος | αναψηλάφησα / αναψηλαφήσω | αναψηλάφησε / αναψηλάφησες / αναψηλαφήσεις | αναψηλάφησε / αναψηλαφήσει | αναψηλαφήσαμε / αναψηλαφήσουμε | αναψηλαφήσατε / αναψηλαφήσετε / αναψηλαφήστε | αναψηλάφησαν / αναψηλαφήσουν |
| Μέλλοντας | θα αναψηλαφήσω / θα αναψηλαφώ | θα αναψηλαφήσεις / θα αναψηλαφείς | θα αναψηλαφήσει / θα αναψηλαφεί | θα αναψηλαφήσουμε / θα αναψηλαφούμε | θα αναψηλαφήσετε / θα αναψηλαφείτε | θα αναψηλαφήσουν / θα αναψηλαφούν |
| Παρακείμενος | έχω αναψηλαφήσει | έχεις αναψηλαφήσει | έχει αναψηλαφήσει | έχουμε αναψηλαφήσει | έχετε αναψηλαφήσει | έχουν αναψηλαφήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναψηλαφήσει | είχες αναψηλαφήσει | είχε αναψηλαφήσει | είχαμε αναψηλαφήσει | είχατε αναψηλαφήσει | είχαν αναψηλαφήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →