αναψοκοκκινίζω
•
- η επιδερμίδα του προσώπου μου γίνεται κόκκινη, λόγω φυσικών συνθηκών (όπως η σωματική εξάσκηση) ή έντονων συναισθημάτων (όπως η ντροπή) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναψοκοκκινίζω < ανάβω + -ο- + κοκκινίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναψοκοκκινίζω | αναψοκοκκινίζεις | αναψοκοκκινίζει | αναψοκοκκινίζουμε | αναψοκοκκινίζετε | αναψοκοκκινίζουν / αναψοκοκκινίζουνε |
| Παρατατικός | αναψοκοκκίνιζα | αναψοκοκκίνιζες | αναψοκοκκίνιζε | αναψοκοκκινίζαμε | αναψοκοκκινίζατε | αναψοκοκκίνιζαν / αναψοκοκκινίζαν / αναψοκοκκινίζανε |
| Αόριστος | αναψοκοκκίνισα | αναψοκοκκίνισες | αναψοκοκκίνισε | αναψοκοκκινίσαμε | αναψοκοκκινίσατε | αναψοκοκκίνισαν / αναψοκοκκινίσαν / αναψοκοκκινίσανε |
| Μέλλοντας | θα αναψοκοκκινίζω / θα αναψοκοκκινίσω | θα αναψοκοκκινίζεις / θα αναψοκοκκινίσεις | θα αναψοκοκκινίζει / θα αναψοκοκκινίσει | θα αναψοκοκκινίζουμε / θα αναψοκοκκινίσουμε | θα αναψοκοκκινίζετε / θα αναψοκοκκινίσετε | θα αναψοκοκκινίζουν / θα αναψοκοκκινίζουνε / θα αναψοκοκκινίσουν / θα αναψοκοκκινίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναψοκοκκινίσει | έχεις αναψοκοκκινίσει | έχει αναψοκοκκινίσει | έχουμε αναψοκοκκινίσει | έχετε αναψοκοκκινίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναψοκοκκινίσει | είχες αναψοκοκκινίσει | είχε αναψοκοκκινίσει | είχαμε αναψοκοκκινίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναψοκοκκινίσει / να αναψοκοκκινίζω / να αναψοκοκκινίσω | να έχεις αναψοκοκκινίσει / να αναψοκοκκινίζεις / να αναψοκοκκινίσεις | να έχει αναψοκοκκινίσει / να αναψοκοκκινίζει / να αναψοκοκκινίσει | να έχουμε αναψοκοκκινίσει / να αναψοκοκκινίζουμε / να αναψοκοκκινίσουμε | να έχετε αναψοκοκκινίσει / να αναψοκοκκινίζετε / να αναψοκοκκινίσετε | να αναψοκοκκινίζουν / να αναψοκοκκινίζουνε / να αναψοκοκκινίσουν / να αναψοκοκκινίσουνε |
| Προστακτική | — | αναψοκοκκίνιζε / αναψοκοκκίνισε | — | — | αναψοκοκκινίζετε / αναψοκοκκινίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →