αναψυκτικό
•
- Ποτό χωρίς αλκοόλ, αεριούχο ή μη, που πίνεται συνήθως δροσερό, όπως λεμονάδα, πορτοκαλάδα, γκαζόζα Βικιλεξικό
- να σας προσφέρω ένα κρύο αναψυκτικό;
- Ένα γκαρσόνι με μοβ σακάκι και μαύρο παπιγιόν μας πλησίασε, έτοιμο να ικανοποιήσει δουλοπρεπώς κάθε μας επιθυμία. Παραγγείλαμε ουίσκι, σόδα κι αναψυκτικά. (Γιάννης Σολδάτος, Ιστορίες για τη θάλασσα από την ελληνική λογοτεχνία, εκδ. Αιγόκερως, 1999, σελ. 309)
Ετυμολογία
αναψυκτικό < αναψυκτικός < αναψύχω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αναψυκτικό | αναψυκτικά |
| Γενική | αναψυκτικού | αναψυκτικών |
| Αιτιατική | αναψυκτικό | αναψυκτικά |
| Κλητική | αναψυκτικό | αναψυκτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →