αναψυχώνω
•
- εμψυχώνω, ανεβάζω το ηθικό, ανανεώνω, τονώνω, δίνω νέες ελπίδες, αναπτερώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αναψυχώνω < ἀναψυχώνω στην καθαρεύουσα < μεσαιωνική ελληνική ἀναψυχώνω και ἀναψυχῶ < αρχαία ελληνική ἀναψύχω (δροσίζω αλλά και ανανεώνω, αναπτερώνω το ηθικό)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αναψυχώνω | αναψυχώνεις | αναψυχώνει | αναψυχώνουμε | αναψυχώνετε | αναψυχώνουν / αναψυχώνουνε |
| Παρατατικός | αναψύχωνα | αναψύχωνες | αναψύχωνε | αναψυχώναμε | αναψυχώνατε | αναψυχώναν / αναψυχώνανε / αναψύχωναν |
| Αόριστος | αναψύχωσα | αναψύχωσες | αναψύχωσε | αναψυχώσαμε | αναψυχώσατε | αναψυχώσαν / αναψυχώσανε / αναψύχωσαν |
| Μέλλοντας | θα αναψυχώνω / θα αναψυχώσω | θα αναψυχώνεις / θα αναψυχώσεις | θα αναψυχώνει / θα αναψυχώσει | θα αναψυχώνουμε / θα αναψυχώσουμε | θα αναψυχώνετε / θα αναψυχώσετε | θα αναψυχώνουν / θα αναψυχώνουνε / θα αναψυχώσουν / θα αναψυχώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αναψυχώσει | έχεις αναψυχώσει | έχει αναψυχώσει | έχουμε αναψυχώσει | έχετε αναψυχώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αναψυχώσει | είχες αναψυχώσει | είχε αναψυχώσει | είχαμε αναψυχώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αναψυχώσει / να αναψυχώνω / να αναψυχώσω | να έχεις αναψυχώσει / να αναψυχώνεις / να αναψυχώσεις | να έχει αναψυχώσει / να αναψυχώνει / να αναψυχώσει | να έχουμε αναψυχώσει / να αναψυχώνουμε / να αναψυχώσουμε | να έχετε αναψυχώσει / να αναψυχώνετε / να αναψυχώσετε | να αναψυχώνουν / να αναψυχώνουνε / να αναψυχώσουν / να αναψυχώσουνε |
| Προστακτική | — | αναψύχωνε / αναψύχωσε | — | — | αναψυχώνετε / αναψυχώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →