Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αναύξητος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν έχει αυξηθεί ή δεν μπορεί να αυξηθεί Βικιλεξικό
  2. γραμματικήπου δεν έχει πάρει αύξηση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αναύξητος < αρχαία ελληνική ἀναύξητος < ἀν- + αὐξάνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναύξητοςαναύξητηαναύξητο
Γενικήαναύξητουαναύξητηςαναύξητου
Αιτιατικήαναύξητοαναύξητηαναύξητο
Κλητικήαναύξητεαναύξητηαναύξητο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαναύξητοιαναύξητεςαναύξητα
Γενικήαναύξητωναναύξητωναναύξητων
Αιτιατικήαναύξητουςαναύξητεςαναύξητα
Κλητικήαναύξητοιαναύξητεςαναύξητα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →