Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανγκορά

/aŋ.goˈɾa/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. θηλαστικό ζώοείδος κουνελιού με καταγωγή από την τουρκική πόλη Άγκυρα καθώς το ύφασμα που προέρχεται από τη γούνα του Βικιλεξικό
    • Ειδικότερα ανκορά ονομάζεται το ύφασμα το οποίο κατασκευάζεται από τη «μεταξένια» γούνα συγκεκριμένων ζώων – κατσίκες, γάτες και κουνέλια, όλα Αγκύρας. (*)
  2. θηλαστικό ζώοείδος γάτας με καταγωγή από την τουρκική πόλη Άγκυρα Βικιλεξικό
  3. θηλαστικό ζώοείδος κατσίκας με καταγωγή από την τουρκική πόλη Άγκυρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανγκορά < (λόγιο δάνειο) γαλλική angora < τουρκική Ankara

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →