Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανδραποδίζω

ρήμα
•
  1. υποτάσσω, υποδουλώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανδραποδίζω < ανδραποδίζω

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςανδραποδίζωανδραποδίζειςανδραποδίζειανδραποδίζουμεανδραποδίζετεανδραποδίζουν / ανδραποδίζουνε
Παρατατικόςανδραπόδιζαανδραπόδιζεςανδραπόδιζεανδραποδίζαμεανδραποδίζατεανδραποδίζαν / ανδραποδίζανε / ανδραπόδιζαν
Αόριστοςανδραπόδισαανδραπόδισεςανδραπόδισεανδραποδίσαμεανδραποδίσατεανδραποδίσαν / ανδραποδίσανε / ανδραπόδισαν
Μέλλονταςθα ανδραποδίζω / θα ανδραποδίσωθα ανδραποδίζεις / θα ανδραποδίσειςθα ανδραποδίζει / θα ανδραποδίσειθα ανδραποδίζουμε / θα ανδραποδίσουμεθα ανδραποδίζετε / θα ανδραποδίσετεθα ανδραποδίζουν / θα ανδραποδίζουνε / θα ανδραποδίσουν / θα ανδραποδίσουνε
Παρακείμενοςέχω ανδραποδίσειέχεις ανδραποδίσειέχει ανδραποδίσειέχουμε ανδραποδίσειέχετε ανδραποδίσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ανδραποδίσειείχες ανδραποδίσειείχε ανδραποδίσειείχαμε ανδραποδίσει——
Υποτακτικήνα έχω ανδραποδίσει / να ανδραποδίζω / να ανδραποδίσωνα έχεις ανδραποδίσει / να ανδραποδίζεις / να ανδραποδίσειςνα έχει ανδραποδίσει / να ανδραποδίζει / να ανδραποδίσεινα έχουμε ανδραποδίσει / να ανδραποδίζουμε / να ανδραποδίσουμενα έχετε ανδραποδίσει / να ανδραποδίζετε / να ανδραποδίσετενα ανδραποδίζουν / να ανδραποδίζουνε / να ανδραποδίσουν / να ανδραποδίσουνε
Προστακτική—ανδραπόδιζε / ανδραπόδισε——ανδραποδίζετε / ανδραποδίστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →