ανδραποδίζω
•
- υποτάσσω, υποδουλώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανδραποδίζω < ανδραποδίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ανδραποδίζω | ανδραποδίζεις | ανδραποδίζει | ανδραποδίζουμε | ανδραποδίζετε | ανδραποδίζουν / ανδραποδίζουνε |
| Παρατατικός | ανδραπόδιζα | ανδραπόδιζες | ανδραπόδιζε | ανδραποδίζαμε | ανδραποδίζατε | ανδραποδίζαν / ανδραποδίζανε / ανδραπόδιζαν |
| Αόριστος | ανδραπόδισα | ανδραπόδισες | ανδραπόδισε | ανδραποδίσαμε | ανδραποδίσατε | ανδραποδίσαν / ανδραποδίσανε / ανδραπόδισαν |
| Μέλλοντας | θα ανδραποδίζω / θα ανδραποδίσω | θα ανδραποδίζεις / θα ανδραποδίσεις | θα ανδραποδίζει / θα ανδραποδίσει | θα ανδραποδίζουμε / θα ανδραποδίσουμε | θα ανδραποδίζετε / θα ανδραποδίσετε | θα ανδραποδίζουν / θα ανδραποδίζουνε / θα ανδραποδίσουν / θα ανδραποδίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ανδραποδίσει | έχεις ανδραποδίσει | έχει ανδραποδίσει | έχουμε ανδραποδίσει | έχετε ανδραποδίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ανδραποδίσει | είχες ανδραποδίσει | είχε ανδραποδίσει | είχαμε ανδραποδίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ανδραποδίσει / να ανδραποδίζω / να ανδραποδίσω | να έχεις ανδραποδίσει / να ανδραποδίζεις / να ανδραποδίσεις | να έχει ανδραποδίσει / να ανδραποδίζει / να ανδραποδίσει | να έχουμε ανδραποδίσει / να ανδραποδίζουμε / να ανδραποδίσουμε | να έχετε ανδραποδίσει / να ανδραποδίζετε / να ανδραποδίσετε | να ανδραποδίζουν / να ανδραποδίζουνε / να ανδραποδίσουν / να ανδραποδίσουνε |
| Προστακτική | — | ανδραπόδιζε / ανδραπόδισε | — | — | ανδραποδίζετε / ανδραποδίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →