ανδραποδισμός
•
- λόγιοτου εξανδραποδισμός, η υποδούλωση και πώληση ελεύθερων ανθρώπων ως δούλων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανδραποδισμός < αρχαία ελληνική ἀνδραποδισμός < ἀνδράποδον + -ισμός < ἀνήρ + -ποδον < πούς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανδραποδισμός | ανδραποδισμοί |
| Γενική | ανδραποδισμού | ανδραποδισμών |
| Αιτιατική | ανδραποδισμό | ανδραποδισμούς |
| Κλητική | ανδραποδισμέ | ανδραποδισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →