ανδρείκελο
•
- ομοίωμα ανθρώπου Βικιλεξικό
- μεταφορικάάνθρωπος χωρίς θέληση, του οποίου η δραστηριότητα κατευθύνεται από κάποιον άλλο Βικιλεξικό
- Ἀπὸ χαρτὶ πλασμένα κι ἀπὸ δισταγμὸ / ἀνδρείκελα, στῆς Μοίρας τὰ δυὸ τυφλὰ χέρια, / χορεύουμε, δεχόμαστε τὸν ἐμπαιγμὸ, / ἄτονα κοιτώντας, παθητικὰ, τἀστέρια. (Κώστας Καρυωτάκης, Ανδρείκελα, από την ποιητική συλλογή Ελεγεία και Σάτιρες, 1927)
Ετυμολογία
ανδρείκελο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀνδρείκελον < ἀνδρείκελος < ἀνήρ + εἴκελος (όμοιος) : για τη μεταφορική έννοια < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική marionette
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανδρείκελο | ανδρείκελα |
| Γενική | ανδρείκελου / ανδρεικέλου | ανδρείκελων / ανδρεικέλων |
| Αιτιατική | ανδρείκελο | ανδρείκελα |
| Κλητική | ανδρείκελο | ανδρείκελα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →