ανδρογόνο
•
- βιολογίαανδρική ορμόνη που προκαλεί την ανάπτυξη και διατήρηση των δευτερευόντων ανδρικών χαρακτηριστικών, όπως π.χ. η τριχοφυΐα και η βαριά φωνή Βικιλεξικό
- Τα κύτταρα Leydig εκκρίνουν ανδρογόνα με κύριο εκπρόσωπο την τεστοστερόνη (Η βιοσύνθεση των ανδρογόνων, Ηλεκτρονική Πύλη του Ασκληπιακού Πάρκου, ανακτήθηκε στις 17/5/2025 https://web.archive.org/web/20071021001653/http://panacea.med.uoa.gr/topic.aspx?id=623)
- ιατρικήσυνθετική μορφή ορμόνης που μιμείται τη δράση των φυσικών ανδρογόνων του οργανισμού και χορηγείται για την αποκατάσταση ή ενίσχυση των επιπέδων τους, κυρίως σε περιπτώσεις ενδοκρινολογικών διαταραχών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανδρογόνο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ανδρογόνος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική androgène ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική androgen)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανδρογόνο | ανδρογόνα |
| Γενική | ανδρογόνου | ανδρογόνων |
| Αιτιατική | ανδρογόνο | ανδρογόνα |
| Κλητική | ανδρογόνο | ανδρογόνα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →