Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανδρογύναιο

/an.ðɾoˈʝi.ne.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. παρωχημένοανδρόγυνο άτομο, θηλυπρεπής και κατ’ επέκταση ομοφυλόφιλος άνδρας Βικιλεξικό
    • Ως «κυρία» χωρίς φουστάνια το πρωθυπουργικό «ανδρογύναιο» του Λουξεμβούργου σε επίσημη φωτογραφία με γυναίκες πρωθυπουργίνες του ΝΑΤΟ !!! (@kivotoshelp.gr)
    • (καθαρεύουσα) Ἕν ἀνδρογύναιον, τελείως γυμνόν, ἐξηπλωμένον εἰς τήν χειρουργικήν τράπεζαν, τό ὁποῖον δέν παρουσιάζει καμμίαν ἀντίστασιν. Κεῖται ἀταράχως. Θέμα μακάβριον.

Ετυμολογία

ανδρογύναιο < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνδρογύναιον, ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου ἀνδρογύναιος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανδρογύναιοανδρογύναια
Γενικήανδρογυναίου / ανδρογύναιουανδρογυναίων
Αιτιατικήανδρογύναιοανδρογύναια
Κλητικήανδρογύναιοανδρογύναια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →