ανδροκρατούμενος
•
- που ανδροκρατείται, που ελέγχεται από άνδρες, που ουσιαστικά αποκλείει έμμεσα τις γυναίκες από υψηλές θέσεις Βικιλεξικό
- ανδροκρατούμενος εργασιακός χώρος
Ετυμολογία
ανδροκρατούμενος < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ανδροκρατούμαι
Άλλοι τύποι
ανδροκρατούμεναανδροκρατούμενεανδροκρατούμενεςανδροκρατούμενηανδροκρατούμενηςανδροκρατούμενοανδροκρατούμενοιανδροκρατούμενοςανδροκρατούμενουανδροκρατούμενουςανδροκρατούμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →