Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανδρώδης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει τα χαρακτηριστικά ή τη φύση του άνδρα Βικιλεξικό
    • Και η φωνή του ήτον μεγάλη, δυνατή, και ήτον ανδρώδης και τραχεία. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης)

Ετυμολογία

ανδρώδης < αρχαία ελληνική ἀνδρώδης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανδρώδηςανδρώδηςανδρώδες
Γενικήανδρώδουςανδρώδουςανδρώδους
Αιτιατικήανδρώδηανδρώδηανδρώδες
Κλητικήανδρώδη / ανδρώδηςανδρώδηςανδρώδες

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανδρώδειςανδρώδειςανδρώδη
Γενικήανδρωδώνανδρωδώνανδρωδών
Αιτιατικήανδρώδειςανδρώδειςανδρώδη
Κλητικήανδρώδειςανδρώδειςανδρώδη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →