ανδρώνομαι
•
- ενηλικιώνομαι -για αγόρι που φτάνει στην ηλικία του άνδρα-, αποκτώ τα εξωτερικά και ψυχικά χαρακτηριστικά του ενήλικα άντρα Βικιλεξικό
- γίνομαι γενναίος, ανδρείος, παίρνω θάρρος, Βικιλεξικό
- σμιλεύομαι, αναθρέφομαι, παίρνω βιώματα, μεγαλώνω και φτάνω σε κατάσταση ώριμη για κάτι, συνήθως μέσα από δυσκολίες Βικιλεξικό
- πολιτικά ανδρώθηκε στο φοιτητικό κίνημα της δεκαετίας του '70
Ετυμολογία
ανδρώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος ανδρώνω και αντρώνω < αρχαία ελληνική ἀνδρόω
Άλλοι τύποι
αντρώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →