ανδρώνυμο
•
- σπάνιοόνομα με το οποίο αποκαλούν μια γυναίκα, το οποίο προκύπτει από το όνομα (ή και το επώνυμο) του συζύγου της (π.χ. η Γιώργαινα, η σύζυγος ενός Γιώργου· η Γκίκαινα, η σύζυγος κάποιου με το επώνυμο Γκίκας κ.ο.κ.) Βικιλεξικό
- Πώς προσφωνούσε ο σύζυγος τη σύζυγο και πώς αυτή τον άνδρα της; —Στο ανδρώνυμο ή στο όνομά της
Ετυμολογία
ανδρώνυμο < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανδρώνυμο | ανδρώνυμα |
| Γενική | ανδρώνυμου | ανδρώνυμων |
| Αιτιατική | ανδρώνυμο | ανδρώνυμα |
| Κλητική | ανδρώνυμο | ανδρώνυμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →