ανεβάζω στα ύψη
•
- αυξάνω κάτι σε υπερβολικό βαθμό Βικιλεξικό
- για πρόσωπαεγκωμιάζω, εκθειάζω, εξυμνώ κάποιον Βικιλεξικό
- προκαλώ ψυχική ανάταση σε κάποιον Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεβάζω στα ύψη < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →