ανεβατά
•
- μόνον για κέντημα, το κέντησαν ανεβατά, δηλ. με ανεβατό (είδος κεντήματος) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ανεβατά < ανεβατός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ανεβατά < ανεβατός
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →