ανεβοκατέβασμα
•
- το να ανεβαίνει και να κατεβαίνει κάποιος ή κάτι επανειλημμένα Βικιλεξικό
- Αμάν πια αυτοί από τον τρίτο, δεν κουράστηκαν με το ανεβοκατέβασμα; Ολο κάτι ξεχνάνε, κάτι θυμώνται και όλο σούρτα-φέρτα με το ασανσέρ που το πληρώνουμε όλοι
- οι ανωμαλίες σε ορεινή διαδρομή Βικιλεξικό
- Δεν θέλω να οδηγήσει το παιδί. Εχει πολλές στροφές ο δρόμος και ανεβοκατεβάσματα. Ας οδηγήσει κάποιος με πείρα
Ετυμολογία
ανεβοκατέβασμα < ανέβ(ασμα) -ο- κατέβασμα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ανεβοκατέβασμα | ανεβοκατεβάσματα |
| Γενική | ανεβοκατεβάσματος | ανεβοκατεβασμάτων |
| Αιτιατική | ανεβοκατέβασμα | ανεβοκατεβάσματα |
| Κλητική | ανεβοκατέβασμα | ανεβοκατεβάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →