Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεβοκατέβασμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το να ανεβαίνει και να κατεβαίνει κάποιος ή κάτι επανειλημμένα Βικιλεξικό
    • Αμάν πια αυτοί από τον τρίτο, δεν κουράστηκαν με το ανεβοκατέβασμα; Ολο κάτι ξεχνάνε, κάτι θυμώνται και όλο σούρτα-φέρτα με το ασανσέρ που το πληρώνουμε όλοι
  2. οι ανωμαλίες σε ορεινή διαδρομή Βικιλεξικό
    • Δεν θέλω να οδηγήσει το παιδί. Εχει πολλές στροφές ο δρόμος και ανεβοκατεβάσματα. Ας οδηγήσει κάποιος με πείρα

Ετυμολογία

ανεβοκατέβασμα < ανέβ(ασμα) -ο- κατέβασμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήανεβοκατέβασμαανεβοκατεβάσματα
Γενικήανεβοκατεβάσματοςανεβοκατεβασμάτων
Αιτιατικήανεβοκατέβασμαανεβοκατεβάσματα
Κλητικήανεβοκατέβασμαανεβοκατεβάσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →