Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ανεγκέφαλος

/a.neŋˈɟe.fa.los/επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει ανεγκεφαλία Βικιλεξικό
  2. μεταφορικάανόητος, απερίσκεπτος Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ανεγκέφαλος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀνεγκέφαλος. Μορφολογικά αναλύεται σε αν- στερητικό + εγκέφαλος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεγκέφαλοςανεγκέφαληανεγκέφαλο
Γενικήανεγκέφαλουανεγκέφαληςανεγκέφαλου
Αιτιατικήανεγκέφαλοανεγκέφαληανεγκέφαλο
Κλητικήανεγκέφαλεανεγκέφαληανεγκέφαλο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήανεγκέφαλοιανεγκέφαλεςανεγκέφαλα
Γενικήανεγκέφαλωνανεγκέφαλωνανεγκέφαλων
Αιτιατικήανεγκέφαλουςανεγκέφαλεςανεγκέφαλα
Κλητικήανεγκέφαλοιανεγκέφαλεςανεγκέφαλα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →